Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 1

Είναι ο λιγότερο συχνός τύπος διαβήτη (5-10% των περιπτώσεων) και οφείλεται στην καταστροφή των κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη λόγω αυτοανοσίας

Στον διαβήτη τύπου 1 (όπως και σε άλλα αυτοάνοσα νόσήματα), κάποιος άγνωστος μέχρι στιγμής βλαπτικός παράγοντας παραπλανά το ανοσοποιητικό σύστημα, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζει λανθασμένα τα ινσουλινοπαραγωγά κύτταρα ως ξένα, να «επιτίθεται» εναντίον τους και να τα εξουδετερώνει. Στον διαβήτη τύπου 1 υπάρχει κληρονομικότητα, κυρίως όμως υπό την μορφή της προδιάθεσης και όχι κάποιου συγκεκριμένου υπεύθυνου γονιδίου.

Ο διαβήτης τύπου 1 εμφανίζεται συνήθως στην παιδική, εφηβική ή νεαρή ηλικία (χωρίς όμως να αποκλείεται και η εμφάνισή του σε μεγαλύτερη ηλικία) και λόγω της μεγάλης ή πλήρους έλλειψης ινσουλίνης είναι αναγκαία η χορήγηση ινσουλίνης (ινσουλινοεξάρτηση).

Η θεραπεία με ινσουλίνη δίνεται υποδόρια, είτε με πολλαπλές (συνήθως 3-5) ενέσεις ινσουλίνης την ημέρα είτε μέσω αντλίας ινσουλίνης. Οι ενέσεις γίνονται με ειδικές πένες, των οποίων οι βελόνες είναι πολύ λεπτές και δεν προκαλούν πόνο. Οι αντλίες ινσουλίνης είναι συσκευές υψηλής τεχνολογίας που χορηγούν την ινσουλίνη με καθορισμένο ρυθμό, ενώ ορισμένες από αυτές έχουν την δυνατότητα να προσαρμόζουν αυτόν τον ρυθμό αυτόματα βάσει των αναγκών του οργανισμού.

Η καλή ρύθμιση του σακχάρου είναι ο σημαντικότερος στόχος για τη σωστή θεραπεία του διαβήτη τύπου 1 (όπως και του διαβήτη γενικότερα). Σήμερα ξέρουμε ότι, ρυθμίζοντας πολύ καλά το σάκχαρο, οι πιθανότητες να προκληθούν βλάβες από τον διαβήτη, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, ελαχιστοποιούνται. Η χάραξη ενός κατάλληλου θεραπευτικού σχήματος και η σωστή εκπαίδευση του ατόμου ώστε να μάθει να διαχειρίζεται μόνο του τον διαβήτη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την αποφυγή επιπλοκών από το χρόνιο αυτό νόσημα.

Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2

Πρόκειται για τον συχνότερο τύπο διαβήτη, ο οποίος μάλιστα έχει χαρακτηρισθεί τα τελευταία χρόνια ως παγκόσμια επιδημία. Η εκρηκτική του αύξηση σχετίζεται με την αντίστοιχη αύξηση της παχυσαρκίας. Υπολογίζεται ότι στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, σε ολόκληρο τον κόσμο, περίπου μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι πάσχουν από διαβήτη τύπου 2. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι λίγο περισσότερα από ένα εκατομμύριο άτομα έχουν τη νόσο. Ο τύπου 2 διαβήτης εμφανίζεται συνήθως μετά τα 40 έτη, τα τελευταία όμως χρόνια παρατηρείται σε όλο και μικρότερες ηλικίες, ακόμη και σπάνια -ευτυχώς – στα παιδιά.

Στο διαβήτη τύπου 2 υπάρχει διαταραχή στη δράση της ινσουλίνης. Συγκεκριμένα, τα κύτταρα «ανθίστανται» στην εντολή της ινσουλίνης για την είσοδο του σακχάρου μέσα τους, οπότε προκαλείται μια κατάσταση που ονομάζεται αντίσταση στην ινσουλίνη. Έτσι, στην αρχή της νόσου τουλάχιστον, ο οργανισμός αναγκάζεται να παράγει περισσότερη ινσουλίνη. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται προοδευτική μείωση της ικανότητας του οργανισμού να ανταποκρίνεται, με αποτέλεσμα την εμφάνιση του διαβήτη. Εκτός από την παχυσαρκία και την καθιστική ζωή, καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση του διαβήτη τύπου 2 διαδραματίζει η κληρονομική προδιάθεση του ατόμου.

Ο διαβήτης τύπου 2 εμφανίζεται ύπουλα, με αργή αλλά σταθερή αύξηση του σακχάρου στο αίμα, που δεν προκαλεί συμπτώματα και συχνά ανακαλύπτεται σε τυχαία εξέταση αίματος. Η καλή ρύθμιση του σακχάρου αλλά και όλων των άλλων παραγόντων που αυξάνουν τον κίνδυνο για καρδιοαγγειακά επεισόδια (όπως η υπέρταση, η αυξημένη χοληστερόλη και το κάπνισμα) αποτελεί τη βασική προτεραιότητα για τη σωστή αντιμετώπιση του νοσήματος. Η υγιεινή διατροφή (που στοχεύει και στην απώλεια βάρους που κατά κανόνα είναι αυξημένο) και η άσκηση αποτελούν τη βάση της θεραπείας. Η ορθολογικά εφαρμοζόμενη φαρμακευτική αγωγή, κυρίως με τους παράγοντες της νεότερης γενεάς, έχει αποδειχθεί ότι προστατεύει από τις επιπλοκές της νόσου και έχει συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ατόμων με διαβήτη τύπου 2.