Η σωστή και πλήρης ονομασία της νόσου είναι «σακχαρώδης διαβήτης». Ο όρος «διαβήτης» χρησιμοποιείται για συντομία και είναι πρακτικά συνώνυμος του «σακχαρώδους διαβήτη» (υπάρχει και «άποιος διαβήτης», ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τον «σακχαρώδη διαβήτη» και είναι πολύ σπάνιος). Ο όρος «σάκχαρο» είναι προφανώς λανθασμένος, χρησιμοποιείται όμως στην καθομιλουμένη υπονοώντας την υψηλή τιμή σακχάρου στο αίμα που χαρακτηρίζει τον σακχαρώδη διαβήτη. Τέλος ο όρος «ζάχαρο» είναι εντελώς λανθασμένος.

Ο όρος «διαβήτης» αποδίδεται στον Αρεταίο τον Καππαδόκη (1ος αιώνας μ.Χ.), έναν από τους διασημότερους Έλληνες ιατρούς της αρχαιότητας. Σύμφωνα με περιγραφή του για τη νόσο, το το νερό που έπινε ο ασθενής «διάβαινε» αναλλοίωτο στα ούρα, εξ ου και ο όρος «διαβήτης».

Τις περισσότερες φορές δεν υπάρχουν συμπτώματα, γι αυτό άλλωστε και ο σακχαρώδης διαβήτης θεωρείται ύπουλη ασθένεια. Όταν υπάρχουν τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της μεγάλης δίψας, της συχνής ούρησης μεγάλων ποσοτήτων ούρων και της ανεξήγητης απώλειας βάρους, η τιμή του σακχάρου στο αίμα είναι πλέον πολύ ψηλή. Επομένως, για να καταλάβει κάποιος αν έχει διαβήτη εγκαίρως θα πρέπει να κάνει εξέταση αίματος για σάκχαρο, η οποία πρέπει να γίνεται το πρωί και χωρίς κατανάλωση φαγητού τις τελευταίες 8 ώρες.

Μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:

  1. Τιμή σακχάρου στο αίμα (το πρωί και χωρίς κατανάλωση φαγητού τις τελευταίες 8 ώρες) πάνω από 125 mg%, επιβεβαιωμένη δύο φορές, σε δύο διαφορετικές μέρες.
  2. Με «καμπύλη σακχάρου». Σε αυτήν, η τιμή του σακχάρου στο αίμα δύο ώρες μετά από τη λήψη 75 γραμμαρίων γλυκόζης (σε πόσιμο διάλυμα) πρέπει να είναι πάνω από 199 mg%.

Σε κάθε περίπτωση, εάν η τιμή του σακχάρου βρίσκεται πάνω από το διαγνωστικό όριο (είτε στο σάκχαρο νηστείας, είτε στο σάκχαρο της καμπύλης), θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με μια δεύτερη μέτρηση σε διαφορετική μέρα.